Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Κρίση και Δημοκρατία

Bourgeois-a-Calais(11)
Του καθ. Σταύρου Τσακυράκη
Μέχρι τη Μεταπολίτευση η Ελλάδα ήταν μια χώρα που πάσχιζε να αποκτήσει μια ομαλή δημοκρατική λειτουργία. Τα Συντάγματα που ίσχυαν προέβλεπαν μεν μία κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά αυτή σπάνια λειτουργούσε ομαλά.
Μόνο τον 20ο αιώνα μπορούμε να απαριθμήσουμε μία σειρά από σοβαρές πολιτικές, αν όχι πολιτειακές, κρίσεις: Κίνημα στο Γουδή, Μικρασιατική Καταστροφή, δικτατορία του Μεταξά, Κατοχή, Εμφύλιος, μαύρη δημοκρατία στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 και, τέλος, δικτατορία των συνταγματαρχών. 
Θα τις ονομάσω κρίσεις που είχαν ως ζητούμενο τη δημοκρατία.
Η Μεταπολίτευση έθεσε τέλος σε αυτού του είδους τις υπαρξιακές κρίσεις.,,,
Το δημοψήφισμα έσβησε οριστικά τον βασιλιά ως τον αντίπαλο πόλο της δημοκρατίας και οι κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού που θεσπίστηκαν από το Σύνταγμα σε γενικές γραμμές τηρήθηκαν με αποτέλεσμα να έχουμε την πιο μακρά περίοδο ομαλής λειτουργία της Πολιτείας.
Σταματήσαμε να έχουμε διαμάχες για την αυθεντικότητα των εκλογών, για το ποιος τις κέρδισε ή ποιος πρέπει να διοριστεί πρωθυπουργός και γενικά λειτουργούσαμε, τουλάχιστον τυπικά, σαν όλες τις δυτικοευρωπαϊκές δημοκρατίες.
Σήμερα 38 ολόκληρα χρόνια από τη πτώση της δικτατορίας βρισκόμαστε ξανά εν μέσω μίας βαθύτατης κρίσης η οποία, όπως πολλές από τις προγενέστερες, θέτει θεμελιώδη ερωτήματα για το είδος της κοινωνίας στην οποία ζούμε. 
Κι αυτό γιατί είναι, νομίζω, προφανές ότι δε διανύουμε απλώς μία σοβαρή οικονομική κρίση αλλά και μία σοβαρή κρίση αξιών που αμφισβητεί όλο το κοινωνικό οικοδόμημα. Από το πολιτικό σύστημα μέχρι το παραγωγικό μοντέλο. Από το κράτος πρόνοιας μέχρι την ιδιωτική πρωτοβουλία. Από την επιβίωση των πολιτών σήμερα μέχρι την εξασφάλιση των μελλοντικών γενεών.  Με άλλα λόγια, η κοινωνία που δημιουργήσαμε βρίσκεται σε αδιέξοδο και βιώνουμε μια νέα υπαρξιακή κρίση που, όμως, διαφέρει από τις προηγούμενες όχι ως προς το βάθος ή την οξύτητα αλλά ως προς το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε. Ενώ οι προηγούμενες ήταν κρίσεις αναζήτησης της Δημοκρατίας, αυτή εδώ είναι κρίση εφαρμογής της Δημοκρατίας.
Το μεγάλο ερώτημα είναι τι πήγε στραβά. 
Έφταιξε το γενικό πλαίσιο της δημοκρατίας της μεταπολίτευσης; 
Ήταν οι γενικοί κανόνες λειτουργίας της ελαττωματικοί; 
Διέφεραν ριζικά από τους αντίστοιχους των δυτικοευρωπαϊκών δημοκρατιών; 
Ανεξαρτήτως της κριτικής που μπορεί να ασκήσει κανείς σε επιμέρους ζητήματα, όπως στη βουλευτική ασυλία ή στην ευθύνη υπουργών, σε γενικές γραμμές θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει ότι οι κανόνες λειτουργίας της δημοκρατίας στην Ελλάδα διέφεραν ουσιωδώς από τους κανόνες λειτουργίας κάθε αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Εάν ισχύει η εκτίμηση αυτή, εάν δεν υπήρξαν ουσιαστικές διαφορές, ποια ήταν η βασική αιτία που μας οδήγησε στο αδιέξοδο;  
Μερικοί βιάστηκαν να αναθεματίσουν την ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Και δεν εννοώ τις χυδαίες ύβρεις κατά του Κοινοβουλίου ή τους προπηλακισμούς των πολιτικών προσώπων αλλά όσους έσπευσαν να μιλήσουν για άμεση, λαϊκή ή άλλου τύπου δημοκρατία. 
Η εντύπωσή μου είναι ότι πρόκειται μάλλον για λόγια απερίσκεπτα παρά για σοβαρές προτάσεις. 
Κι άλλες χώρες της Ευρώπης διέρχονται σοβαρή οικονομική κρίση. 
Σε καμιά, όμως, δεν αμφισβητήθηκε η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και σε καμιά δεν ακούστηκαν προτάσεις για ριζικές πολιτειακές αλλαγές.  
Πολλοί θεωρούν και, κατά την άποψή μου δικαιολογημένα, ότι αποτελούμε ιδιομορφία στην Ευρώπη και αυτή η ιδιομορφία δεν περιορίζεται στην οικονομία, αλλά εκτείνεται σε όλη την κοινωνική οργάνωση.
Η ιδιαιτερότητά μας δεν αφορά τόσο την τυπική λειτουργία των άμεσων οργάνων του κράτους αλλά την ουσιαστική αποδοχή της φιλοσοφίας της δημοκρατίας από την κοινωνία. Αυτό το ιδεολογικό δημοκρατικό έλλειμμα με τη σειρά του επηρέασε τελικά και την ουσιαστική λειτουργία των θεσμών. Η έλλειψη αποδοχής της φιλοσοφίας της δημοκρατίας εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, στην αμφισβήτηση της πλειοψηφίας να κυβερνά και στην εξασθένηση του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων.
Η αμφισβήτηση της αρχής της πλειοψηφίας φαίνεται από την ύπαρξη γενικευμένης ανομίας, η οποία εμφανίζεται μάλιστα ως πολιτική ανυπακοή. Η αντίληψη «δεν μας αρέσει ένας νόμος, δεν θα τον εφαρμόσουμε» είναι αμφισβήτηση της ίδιας της αξίας της Δημοκρατίας. Αυτή με τη σειρά της συνεπάγεται την αντίληψη ότι οι αλλαγές δεν εξαρτώνται από την αλλαγή κυβερνήσεων αλλά από την εξωκοινοβουλευτική απόκτηση δύναμης. Συνεπάγεται την κατάτμηση της κοινωνίας σε ομάδες συμφερόντων που αγωνίζονται να επιβάλουν τη δική τους θέληση, την επικράτηση της συντεχνιακής λογικής και τη διάλυση κάθε έννοιας γενικού συμφέροντος. 
Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή π.χ. ή το λεγόμενο κίνημα «δεν χρωστάω, δεν πληρώνω» εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο αυτή τη συντεχνιακή λογική.
Η αδιαφορία για τα δικαιώματα των άλλων είναι χαρακτηριστική σε πολλές εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής. 
Από την κατάληψη των πεζόδρομων από τα τροχοφόρα μέχρι τη βία στα γήπεδα. Το πιο χαρακτηριστικό και συχνό παράδειγμα είναι οι διαδηλώσεις μικρών ομάδων που παραλύουν τη συγκοινωνία σε όλο το Κέντρο της Αθήνας. 
Το συντεχνιακό συμφέρον επικρατεί οποιασδήποτε σκέψης και λογικής. 
Οι άλλοι πρέπει να υποφέρουν για να μας υποστηρίξουν, πρέπει να εξαναγκαστούν να ενδώσουν στα αιτήματά μας για να πάψει η ταλαιπωρία τους. Οι άλλοι μετρούν μόνο ως σύμμαχοι ή φίλοι στην υποστήριξη των εγωιστικών μας συμφερόντων, ποτέ ως άξιοι σεβασμού στην απόλαυση δικών τους δικαιωμάτων.
Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι από το σύνολο των δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα, ορισμένα θεωρήθηκαν ότι υπερισχύουν όλων των άλλων. 
Το δικαίωμα στην απεργία, στη συνάθροιση, στην ένωση, τα διάφορα κοινωνικά δικαιώματα επικράτησε να θεωρούνται ως υπερδικαιώματα που μπροστά τους κάθε άλλο δικαίωμα, ακόμη και το δικαίωμα στη ζωή, υποχωρεί. 
Θυμίζω ότι δεν υπήρξε ούτε μία μεγάλη εκδήλωση κατά της τρομοκρατίας που είχε 27 θύματα. Και, πιο πρόσφατα, η μνήμη για τους τρεις νεκρούς της Μαρφίν έχει ήδη ξεθωριάσει. 
Το ίδιο ισχύει και για άλλα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, όπως η ελευθερία του λόγου. Οι αντιδράσεις της κοινωνίας σε απαγόρευση έργων τέχνης ή σε καταδίκες για την έκφραση γνώμης ήταν υποτονικές σε σύγκριση με τις αντίστοιχες που εκδηλώνονταν σε κάθε πραγματική ή εικαζόμενη παραβίαση των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η προτεραιότητα που δόθηκε στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων-ας τα πούμε συλλογικά για τις ανάγκες της συζήτησης-  θεωρήθηκε ότι αποτελεί την ουσία της δημοκρατίας μας.  
Κάθε οικονομική διεκδίκηση και ανεξαρτήτως του τρόπου εκδήλωσής της θεωρείτο δίκαιη και δημοκρατική. 
Δεν υπήρχε αίτημα που να θεωρείται άδικο ούτε τρόπος διεκδίκησής του που να είναι αντιδημοκρατικός. 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι κινητοποιήσεις αγροτών που κατέλαβαν τους δρόμους απαιτώντας επιδοτήσεις απαγορευμένες από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα χρήματα που έλαβαν μπορεί τελικά να επιβαρύνουν όλους τους Έλληνες φορολογουμένους. Η κοινωνία, όμως, ποτέ δε συζήτησε τον δίκαιο ή άδικο χαρακτήρα αυτού του μέτρου για τον απλούστατο λόγο ότι στην Ελλάδα, όλα τα αιτήματα προς το κράτος για παροχές θεωρούνταν εκ προοιμίου δίκαια. Ούτε φυσικά αντέδρασε στον τρόπο διεκδίκησης που είχε όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της επιβολής.
Όπως κάθε οικονομική διεκδίκηση θεωρείτο δίκαιη, το ίδιο δίκαιη λογιζόταν κάθε απεργία. 
Το δικαίωμα της απεργίας από δικαίωμα των μισθωτών εξελίχθηκε σε δικαίωμα όλων. Έτσι, για παράδειγμα, εδώ και πολλά χρόνια έχει καθιερωθεί η απεργία δικηγόρων, ενώ πρόσφατα το δικαίωμα επεκτείνεται και στους δικαστικούς λειτουργούς. 
Το χειρότερο είναι ότι σπάνια ζητούνταν η γνώμη των μελών ενός κλάδου για την κήρυξη και τη συνέχιση πολυήμερων κινητοποιήσεων. 
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είχαν και έχουν δυσανάλογη δύναμη σε σχέση με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτές, με αποτέλεσμα συχνά να δημιουργείται μία στρεβλή εικόνα για τη θέληση των ίδιων των εργαζομένων. Απόδειξη αυτού ήταν η αντίδραση στην εφαρμογή του νόμου για τα πανεπιστήμια. Μόλις εξασφαλίστηκε ένας τρόπος έκφρασης της μεγάλης πλειοψηφίας των πανεπιστημιακών, αποδείχθηκε ότι η αντίδραση στηριζόταν σε μία δυναμική μειοψηφία.
Η κρίση ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο όλες τις παθογένειες της δημοκρατίας μας. 
Είναι αδύνατον να αποβάλουμε την ιδέα ενός κράτους ανεξάντλητων παροχών και να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα ενός κράτους περιορισμένων παροχών. 
Αδύνατον να αποδεχθούμε ότι το κράτος πρόνοιας συνδέεται άμεσα με τις οικονομικές-παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Ότι οι συγκεκριμένες κάθε φορά παροχές ενός κράτους δεν είναι θέμα διακηρύξεων και συνταγματικών διατάξεων, αλλά εξαρτώνται αποκλειστικά από πόρους. 
Ότι το Σύνταγμα δεν δίνει λεφτά, διαφορετικά, όλες οι φτωχές χώρες θα είχαν λύσει τα προβλήματά τους αν απλώς υιοθετούσαν μία διακήρυξη.
Οι αντιδράσεις μας ήταν θυμικές και βίαιες. 
 Αναζητούσαμε εναγωνίως μια μαγική λύση (Κινέζοι, Ρώσοι, ορυκτός πλούτος, διαγραφή του χρέους, 600 δις από τους ομογενείς) με μεγαλοστομίες και ανοησίες που με την βοήθεια των ΜΜΕ καλλιέργησαν τη ψευδαίσθηση ότι η ευμάρεια με τα δανεικά μπορούσε να διατηρηθεί. 
Αδύνατον να εγκαταλείψουμε την συνήθεια ότι κάθε οικονομική διεκδίκηση είναι δίκαιη. 
Ότι είμαστε αναγκασμένοι να συζητούμε με όρους δικαιοσύνης, να θέτουμε προτεραιότητες και να κάνουμε επιλογές.
Οτι δε φθάνει, πλέον, μόνο η προβολή οικονομικών αιτημάτων αλλά είναι αναγκαία και η ένταξή τους στο πλαίσιο των αναγκών και δυνατοτήτων όλης της κοινωνίας. 
Για παράδειγμα, δεν αρκεί οι δικαστικοί λειτουργοί να υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να περικοπούν οι αποδοχές τους, αλλά οφείλουν να πείσουν για την προτεραιότητα του αιτήματός τους σε σχέση με το ύψος των αποδοχών άλλων ομάδων, π.χ των εκπαιδευτικών ή άλλων δημοσίων υπαλλήλων. 
Είναι φανερό ότι μία τέτοια κρίση για το δίκαιο ή μη των αιτημάτων δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο μίας συντεχνιακής νοοτροπίας, η οποία εξ ορισμού θεωρεί μόνο τα δικά της αιτήματα δίκαια αλλά στο πλαίσιο μίας γενικότερης θεώρησης δικαιοσύνης.
Το ιδεολογικό έλλειμμα της δημοκρατίας της Μεταπολίτευσης δεν βοήθησε στο να αντιμετωπίσουμε την κρίση με διάλογο και ενδυνάμωση της δημοκρατίας.  
Αντίθετα, οι περικοπές ενίσχυσαν όσους ταύτιζαν την ουσία της δημοκρατίας με τις κοινωνικές παροχές, και όσο αυτές μειώνονταν τόσο μεγάλωνε η διάθεσή τους για αμφισβήτηση της δημοκρατίας. 
Στην ταύτιση της δημοκρατίας με τις κρατικές παροχές θα μπορούσε κάποιος να αναγνωρίσει στοιχεία μίας σοσιαλίζουσας ιδεολογίας που μετά την πτώση της δικτατορίας κυριάρχησε και διαπέρασε όλα τα κόμματα, ακόμη και όσα αυτοπροσδιορίζονται σαν συντηρητικά. 
Αρκεί να ακούσει κάποιος συνδικαλιστές που πρόσκεινται στη Νέα Δημοκρατία για να αντιληφθεί τι εννοώ
Η σοσιαλίζουσα ιδεολογία οδήγησε μερικούς να χαρακτηρίσουν την Ελλάδα σαν το τελευταίο προπύργιο του υπαρκτού σοσιαλισμού. 
Πρόκειται, φυσικά, για υπερβολή η οποία υποτιμά και την ύπαρξη δημοκρατικών θεσμών και την ανάπτυξη ιδιωτικής πρωτοβουλίας. 
Όσο υπήρχε δυνατότητα εύκολου δανεισμού και, άρα, παροχών πάνω από τις δυνατότητες της χώρας, η σοσιαλίζουσα ιδεολογία μπορούσε να συμβαδίζει με τον πιο άγριο καταναλωτισμό και την ικανοποίηση διαφόρων συντεχνιακών αιτημάτων.
Σήμερα, όμως, είναι φανερό ότι αυτός ο συνδυασμός δεν είναι πλέον δυνατός.
Οι περιορισμένες κρατικές παροχές ή θα κατανεμηθούν με μία αίσθηση δικαιοσύνης ή θα κερδηθούν από τις πιο ισχυρές συντεχνίες. 
Το πρώτο δεν μπορεί να γίνει παρά με μία αντίληψη γενικού συμφέροντος, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και με τον σεβασμό της αρχής της πλειοψηφίας
Οι όποιες αλλαγές των πολιτικών επιλογών πρέπει να γίνουν με την αλλαγή πολιτικών συσχετισμών μέσω των εκλογών και όχι δια της επιβολής δυναμικών ομάδων. 
Αντίθετα, η επικράτηση της συντεχνιακής λογικής  με την πολιτική της δύναμης και της επιβολής απομακρύνει την κοινωνία από κάθε συζήτηση περί δικαιοσύνης και, το χειρότερο, την αποξενώνει από τον δημοκρατικό τρόπο λήψης των αποφάσεων.
Κάποιος είπε ότι τα προβλήματα της δημοκρατίας λύνονται με περισσότερη δημοκρατία. Το ίδιο ισχύει κι όταν αυτά είναι οικονομικά. 
Δεν θα λυθούν παρά μόνο με δημοκρατικό διάλογο, με την εφαρμογή των νόμων και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των ανθρώπων. 
Όλα τα άλλα είναι εκ του πονηρού. Φαιού ή ερυθρού λίγη σημασία έχει.
                      Ομιλία στο Συνέδριο “Η Δημοκρατία Σήμερα:    Μύθος ή Πραγματικότητα”
Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης και ο Τομέας Δημοσίου Δικαίου του ΑΠΘ
                                                             Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012
 
Φωτογραφία: Αύγουστου Ροντέν,  Οι αστοί του Καλαί. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: